Το Περιβάλλον δεν Ζει μέσα στην γυάλα

Είναι αυτονόητο ότι ένα ισχυρό Υπουργείο Περιβάλλοντος αποτελεί την αναγκαία βάση πάνω στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί μια σοβαρή περιβαλλοντική πολιτική… αρκεί βεβαίως να υπάρχει η αναγκαία πολιτική βούληση !

Σήμερα όμως στη χώρα μας, με το τεράστιο έλλειμμα ενσωμάτωσης και εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, της εξαφάνισης των ελεγκτικών μηχανισμών και της, χωρίς προηγούμενο, κατεδάφισης της περιβαλλοντικής νομοθεσίας που συντελέστηκε κυρίως τα δύο τελευταία χρόνια, το κρίσιμο είναι να επαναπροσδιορισθεί με σαφήνεια το περιβάλλον και ο ρόλος του στην αναπτυξιακή, παραγωγική διαδικασία, υπό το πρίσμα της αειφόρου ανάπτυξης, όπου το περιβάλλον αποτελεί ισότιμη παράμετρο μαζί με την οικονομία και την κοινωνία.

Η νέα Κυβέρνηση με τη δημιουργία του «Υπερυπουργείου» Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας με κύριο επιτελικό ρόλο την Παραγωγική Ανασυγκρότηση της Χώρας, όπου οργανικά εντάσσεται το Περιβάλλον, η Ενέργεια, η Αγροτική Ανάπτυξη, η Πολιτική Τροφίμων, η Βιομηχανική ανάπτυξη υλοποιεί προγραμματικές θέσεις και δεσμεύσεις του κυβερνώντος κόμματος, σύμφωνα με τις οποίες το φυσικό περιβάλλον της χώρας, ως βάση ανασυγκρότησης, συνδυάζεται απόλυτα με την εξορθολογισμένη διαχείρισή του, προκειμένου να αποτελέσει την ραχοκοκαλιά και το πλαίσιο αναφοράς μιας ανθρωποκεντρικής οικονομίας.

Ήδη, από το 2009 είχε γίνει το πρώτο βήμα με την συνένωση του Περιβάλλοντος με την Ενέργεια αλλά και τον Ορυκτό Πλούτο (ΥΠΕΚΑ), προσπάθεια πρωτοποριακή που παρά το ότι τορπιλίστηκε και από τις δύο πλευρές -που προτιμούν την άνεση της μονομέρειας- κατάφερε να προσφέρει σημαντικά αποτελέσματα κατά την αρχική περίοδο.

Σε αυτό το πλαίσιο η νέα Κυβέρνηση με τη δημιουργία του «Υπερυπουργείου» Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας προχώρησε στο επόμενο βήμα περιλαμβάνοντας την Αγροτική δραστηριότητα αλλά και αυτή των Βιομηχανικών αδειοδοτήσεων, που είχε οικειοποιηθεί πρακτικά (για ευνόητους λόγους) το τότε Υπουργείο Ανάπτυξης, σηματοδοτώντας την ανάγκη ενσωμάτωσης του περιβάλλοντος στις επιμέρους σχετικές τομεακές πολιτικές, ορίζοντας το περιβάλλον ως μοχλό της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας.

Μένει βεβαίως να δούμε εάν, σε ποιο βαθμό, με ποιο τρόπο και ποιο στόχο θα συνδεθούν οι σχετικές τομεακές πολιτικές με το περιβάλλον και κυρίως ποιος τομέας θα επηρεάσει τον άλλον αλλά και προς ποια κατεύθυνση θα οδηγούν οι αποφάσεις που θα ληφθούν, προκειμένου να εκφράσουμε την συνολική κριτική μας.

Η επιλογή της Κυβέρνησης συνάντησε την αντίδραση των μεγάλων περιβαλλοντικών οργανώσεων οι οποίες ζήτησαν την ανάκληση της απόφασης αυτής με βασικό επιχείρημα ότι συντελείται «ενδεχόμενη απώλεια σημαντικών περιβαλλοντικών κεκτημένων, τα οποία τα τελευταία χρόνια εξασφάλιζαν μια σχετική ανεξαρτησία της περιβαλλοντικής πολιτικής από τις παραγωγικές δραστηριότητες» χωρίς ωστόσο να αναφερθούν στο ότι κάθε «κεκτημένο», περιβαλλοντικό ή άλλο, έχει ήδη καταλυθεί από την απελθούσα Κυβέρνηση και ότι προέχει η άρση των επιπτώσεων από τους πρόσφατους νόμους (χωροταξικός και πολεοδομικός σχεδιασμός, δασικό, ρυθμίσεις για τον αιγιαλό-παραλία, για τα αυθαίρετα) και του πλήθους των φωτογραφικών τροπολογιών που εν μία νυκτί ψηφίστηκαν από την Βουλή λίγο πριν τις εκλογές.

Για τον λόγο αυτό αποτελεί καίρια προτεραιότητα να επισημανθούν τα φλέγοντα -σήμερα- περιβαλλοντικά προβλήματα, οι προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας και οι επείγουσες ανάγκες για την άρση των επιπτώσεων της πρόσφατης νομοθεσίας (χωροταξικός και πολεοδομικός σχεδιασμός, δασικό, ρυθμίσεις για τον αιγιαλό-παραλία, για τα αυθαίρετα) και του πλήθους φωτογραφικών τροπολογιών που εν μία νυκτί ψηφίστηκαν από την Βουλή λίγο πριν τις εκλογές.

Είναι περισσότερο από σαφές ότι οι τομείς της διαχείρισης του περιβάλλοντος -φυσικού και ανθρωπογενούς- και των τοπικών πόρων συνδέονται κατεξοχήν με την αναγκαία κοινωνική ανασυγκρότηση και συνοχή και με την βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη με βάση την αποκέντρωση, την διαφάνεια, τον συμμετοχικό σχεδιασμό και τον δημοκρατικό κοινωνικό έλεγχο στα μέσα παραγωγής και στα συλλογικά αγαθά.

Συνυπολογίζοντας τις συγκυρίες περιβαλλοντικές οργανώσεις και πολίτες που αγωνιούν και αγωνίζονται χρόνια για την προστασία του περιβάλλοντος οφείλουν – τούτη την στιγμή – να συμβάλλουν θετικά με την πλούσια γνώση και εμπειρία τους στην κοινή υπόθεση που είναι η ποιότητα ζωής, παράλληλα με την διασφάλιση κοινωνικής συνοχής και βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης.
Γιατί, με αυτήν την λογική, το Περιβάλλον, η προστασία και η αμεσότητα της φροντίδας του θα γίνουν συνειδητό κεκτημένο του κάθε πολίτη, βγαίνοντας από την γυάλα με τα χρυσόψαρα.



Αρχιτέκτων d.p.l.g. Μηχανικός, με Msc. Πολεοδομίας, Χωροταξίας, Οικονομικού Προγραμματισμού (Πανεπιστήμιο Paris IV, Sorbonne) και Msc. Κοινωνικής Ψυχολογίας (EHESS, Paris). Υπάλληλος στο ΥΠΕΧΩΔΕ από το 1979 έως το 2007 σε επιτελικές θέσεις. Ασχολήθηκε με ζητήματα περιβάλλοντος, πολεοδομίας και οικιστικής πολιτικής με εστίαση, στην ενέργεια, κλιματική αλλαγή, αειφόρο ανάπτυξη και ειδικότερα στην βιοκλιματική αρχιτεκτονική και οικολογική δόμηση. Το 2001 αποσπάστηκε στην Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στις Βρυξέλλες, ως Ακόλουθος Περιβάλλοντος στο Συμβούλιο της ΕΕ και Πρόεδρος της Ομάδας "Περιβάλλον" του Συμβουλίου, κατά την Ελληνική Προεδρία (2003) συμβάλλοντας στην επίτευξη συμφωνίας σε σημαντικές οδηγίες. Τον Οκτώβρη του 2003 τοποθετήθηκε επικεφαλής Γενική Επιθεωρήτρια Περιβάλλοντος, στην νεοσύστατη Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος και παρέμεινε έως το 2005 οπότε απομακρύνθηκε για πολιτικούς λόγους από τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ. Ορίστηκε πρώτη Ειδική Γραμματέας Επιθεώρησης Υδάτων το 2009 και παρέμεινε στη θέση ως το 2012, Σήμερα είναι πρόεδρος του CISD, του Παρατηρητήριου Πολιτών για την Αειφόρο Ανάπτυξη


Η σελίδα είναι βασισμένη στο πρότυπο  Old Paper της ThunderThemes.net και προσαρμόστηκε από την ομάδα του toperivallon. Οι συντάκτες των άρθρων έχουν την ευθύνη του περιεχομένου των και η σελίδα την ευθύνη των ανυπόγραφων.